
Λίγο πριν εκπνεύσει το σωτήριον έτος 2010, ο πολυαγαπημένος Μιχάλης Χατζηγιάννης κυκλοφόρησε το νέο του CD με τίτλο «Το καλύτερο ψέμα». Από ψέματα άλλο τίποτα.
Η συνταγή παλιά και δοκιμασμένη (πάντα με επιτυχία). Τις μελωδίες των τραγουδιών τις υπογράφει ο ίδιος ο καλλιτέχνης (παλιά μου τέχνη κόσκινο), ενώ οι στίχοι ανήκουν στην Ελεάνα Βραχάλη, το Νίκο Γρίτση και το Νίκο Μωραΐτη. Εξαίρεση αποτελεί το τελευταίο κομμάτι, «Στην άκρη του Παράδεισου», το οποίο έγραψαν ο Κώστας Κακογιάννης και ο Πάμπος Κουζάλης για την ομώνυμη σειρά του ΡΙΚ1, στην Κύπρο.
Έκπληξη για μένα είναι το γεγονός ότι ο Χατζηγιάννης συνεργάζεται πλέον και με άλλον στιχουργό, πέραν των παλιών φίλων Βραχάλη και Μωραΐτη. Σημαίνει κάτι αυτό, δεν ξέρω. Δε θα έλεγα πως με γοητεύουν ιδιαίτερα οι στίχοι του Νίκου Γρίτση όμως. Κάτι πάει να πει στο «Παιδί της βροχής», που έχει πολύ ωραία μελωδία, αλλά έχω την εντύπωση πως ακολουθεί την πεπατημένη. Καμία πρωτοτυπία, κανένα σημείο δεν υπάρχει στο δίσκο που να σκέφτηκα «ωπ, εδώ κάτι θέλει να πει αυτός». Το ομώνυμο τραγούδι, εντάξει, τις πρώτες φορές που το ακούει κανείς ίσως αισθανθεί κάτι, αλλά με τα πολλά ακούσματα το βαριέται κιόλας. Το δελτίο τύπου λέει ότι σε αυτό το κομμάτι ακούγεται «πιο διαφορετικός, πιο δωρικός» ο Χατζηγιάννης, κι εγώ ψάχνω στο booklet να τον δω να φοράει χιτώνα και σανδάλι ή έστω να έχει κάνει φωτογράφιση κάτω από τον Παρθενώνα, αλλά μάταια. Εντάξει, ομάδα marketing της εταιρείας είναι αυτή, κάτι πρέπει να γράψει για να ετνυπωσιάσει (στο κάτω κάτω, δωρική μόνο την τεραστίων καλλιτεχνικών διαστάσεων Ελένη Βιτάλη μπορείς να χαρακτηρίσεις, που είναι η φωνή της ίδιας της Γης).
Για το «Καλοκαίρι μου», ένα κομμάτι που, όπως άκουσα, παίχτηκε αρκετά σε γάμους (γιατί όμως όχι σε πανηγύρια;) του περασμένου καλοκαιριού, τι να πω. Τριαλαλί τριαλαλό. Στίχος χωρίς νόημα («Ναι, πες μου σε όλα ναι / και θα 'ναι η βραδιά κομπλέ»). Κομπλέ θέλω να είναι το σαλόνι που ψάχνω για το καινούριο μου σπίτι κύριε Γρίτση, θα με βοηθήσετε; Άκουσα ότι η Sato κάνει εκπτώσεις, δε βρίσκω χρόνο για να πάω όμως.
Το «Έλα κοντά» της Βραχάλη, ε, είναι ας πούμε κάαααααπως καλύτερο. Το «Προσοχή στο κενό» όμως της ιδίας είναι... αχ! Την πρώτη φορά που το άκουσα δάκρυσαν τα μάτια μου. Κλασσικός στίχος της, θα μπορούσε ανάμεσα σε χιλιάδες κομμάτια να αναγνωρίσω ότι είναι δικός της! («Μίλια μακριά τα θέλω, τα μπορώ / χάσμα σωστό και προσοχή στο κενό»).
Τα «Πίστεψέ με» και «Μία από τα ίδια» επίσης της υπέροχης Βραχάλη, τα δύο μοναδικά ρυθμικά τραγούδια του δίσκου, απλά δεν. Τα ακούω, τα ξανακούω, τα χαίρομαι, τα διασκεδάζω αλλά μάλλον σε 1-2 μήνες θα τα έχω ξεχάσει. Το «Αν είναι έτσι η αγάπη» θυμίζει αρκετά το «Πού είναι η αγάπη», με πιασάρικο στίχο και μελωδία στα ρεφραίν («Αν είναι έτσι η αγάπη / γιατί δε με φύλαξες / σε παρτίδα σκάρτη / τι χαρτί μού μοίρασες / μα σ' αγαπώ για πάντα / πανάθεμά με, σ' αγαπώ / στο παράλογο δεν ξέρω / πώς να αντισταθώ»).
Το «Αν μ’ αγαπάς» του Νίκου Μωραΐτη, είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κομμάτι. Κόκκαλα τσακίζει το άτιμο («Αν μ’ αγαπάς πάντα και τώρα / θα μου δώσεις το χρόνο / θα μου δώσεις την ώρα») –πολλή «αγάπη» δεν έπεσε ρε παιδιά;
Τέλος, το κομμάτι που κλείνει το δίσκο, το «Στην άκρη του Παράδεισου» είναι απλά ασύλληπτο. Με τη λιτή του ενορχήστρωση και την ελεύθερη, αδέσμευτη, χωρίς άγχος να αρέσει, ερμηνεία του Χατζηγιάννη, με κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Έχοντας λίγους στίχους, καταφέρνει να περάσει τέτοιες εικόνες και άλλα τόσα υπονοούμενα, που σε εξολοθρεύει («Το γέλιο και το δάκρυ σου κοιμούνται αγκαλιά / αχ, να μπορούσα να κρεμάσω ανάμεσά τους δυο φιλιά / στην άκρη του Παράδεισου»). Χωρίς υπερβολή, κάθε φορά που το ακούω, φτιάχνω και διαφορετική εικόνα στο μυαλό μου. Μπράβο στους Κυπραίους δημιουργούς και στο Χατζηγιάννη φυσικά που το άγγιξε με τόσο ευαίσθητο τρόπο.
Σε γενικές γραμμές, ο νέος δίσκος του Μιχάλη Χατζηγιάννης (φτωχός σε περιεχόμενο, μόλις 10 τραγούδια εκ των οποίων τα δύο -«Το καλοκαίρι μου», «Έλα κοντά»- είχαν κυκλοφορήσει σε CD-single), δεν προσφέρει τίποτα απόλύτως στην καριέρα του πολυαγαπημένου. Ένα-δυο σουξεδάκια και τίποτα παραπάνω. Στίχοι προχειρογραμμένοι, μελωδίες γνωστές, μου φαίνεται πως τα κομμάτια είχαν μπει σε ένα συρτάρι και αποτελούσαν καβάτζα για δύσκολες ώρες. Τώρα λοιπόν που στένεψαν οι καταστάσεις, σερβιρίστηκε το φαστ φουντ. Η ενορχήστρωση όμως είναι φοβερή, πολύ καλύτερη από τα προηγούμενα CD, οπότε μπράβο στο Sumka (που είναι ντροπαλός και χαμηλών τόνων άνθρωπος και αν τον πλησιάσεις να του πεις ότι τον θαυμάζεις, κοκκινίζει!).
Άρα; Μια τρύπα στο νερό. Άντε λοιπόν, περιμένουμε τον επόμενο δίσκο σε λίγους μήνες γιατί θα βαρεθούμε γρήγορα με αυτόν εδώ.